αἰσθητήριον

αἰσθ-ητήριον, τό,
A organ of sense, Hp. Vict.4.86, Arist.de An.421b32, etc.; τὰ αἰ., opp. ἡ διάνοια, Epicur. Ep.1p.12U.;

ἐπὰν ᾖ καθαρὰ τᾀσθητήρια Macho 2

; τὰ αἰ. the faculties, LXX 4 Ma.2.22, cf. Ep.Heb.5.14.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσθητήριον — organ of sense neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητηρίοις — αἰσθητήριον organ of sense neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητηρίου — αἰσθητήριον organ of sense neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητηρίων — αἰσθητήριον organ of sense neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητηρίῳ — αἰσθητήριον organ of sense neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητήρια — αἰσθητήριον organ of sense neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • чувствие — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  =  сущ. (греч. αἴσθησις) понятие, познание благоразумие …   Словарь церковнославянского языка

  • αισθητήριο — το (Α αἰσθητήριον) βλ αισθητήριος …   Dictionary of Greek

  • αισθητήριος — ια, ιο (Α αἰσθητήριον, το) [αἰσθάνομαι] (το ουδέτερο ως ουσιαστικό) το όργανο καθεμιάς από τις πέντε αισθήσεις νεοελλ. 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στις αισθήσεις 2. το ουδ. ως ουσ. το αισθητήριο σε διάφορες φράσεις, όπως «πολιτικό αισθητήριο …   Dictionary of Greek

  • γευστικός — ή, ό (AM γευστικός, ή, όν) [γεύομαι] αυτός που αναφέρεται στη γεύση, ο σχετικός με τη γεύση («γευστικοί κάλυκες», «γευστικά κύτταρα», «γευστικόν αἰσθητήριον» το όργανο τής γεύσης) νεοελλ. αυτός που έχει ευχάριστη γεύση, ο εύγευστος, ο νόστιμος… …   Dictionary of Greek

  • οσφραντικός — ή, ό (ΑΜ ὀσφραντικός, ή, όν) [οσφραντός] (ο σχετικός με την όσφρηση, οσφρητικός α. «οσφραντικό νεύρο» β. «τὸ ὀσφραντικὸν αἰσθητήριον», Αριστοτ.) αρχ. 1. αυτός που έχει οξεία όσφρηση, που είναι ευαίσθητος σε οσμές 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὀσφραντικόν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.